Arrival of the birds..

We’ve woken up as two birds. Neither he nor I ever understood how this metamorphosis happened or even where it took place. We just slept, one warm body crawled inside the other one, and it seemed like an eternity passed and we woke up when the sun was rising. Only to find wings where once our hands were twisted together. Can it be that we’ve woken up in a dream within a dream?

This flesh, once covered in skin, now is covered in feathers. You, in black and me in white, creating a perfect balance in nature. The male and the female body disappeared and this imaginary transformation doomed us in a great hell and also in the same heaven where once Adam and Eve reigned among all creatures.

Our hearts still warm on the inside, our smiles still frigid cold on the outside. Seems like nothing has changed. But our hands disappeared and now we cannot touch each other’s bodies. I long now for what it has been lost. I long for everything that was stolen. I stay silent. I open my wings, only to unfold the new version of my self. And I fly away..

We are two birds. Doomed, always to fly away.. For eternity.

You carry on and look away, feeling less everyday..

When you are not here my heart aches with pain from a healed wound. But then again, when you’re here my wound opens and bleads without an end. I remember sometimes how beautifully we were dancing by the sea, how your hand was waving back at me and how cold your hands were because your heart was warm with love for me. Mine were always warm like my heart. Oh you silly girl you were young and a child back then.

What is time and what are we now? Time passes feelings grow stronger. But there’s a point with no return, when you’re heart has nothing left to say. And I am spending all my evenings gazing at the sea, wishing to the night to hide my sorrow and smile at me. Searching for a star to whisper my wish, though I know luck won’t help me.

Every nightfall comes and goes. And my heart grows emptier with every sunset. I wish I could stop time at that moment I was trembling or even fast forward these moments that all they do is simply causing pain. I could give all I had for you once upon a time. But now our fairytale is transforming to a black ghost flying at this tender night. And Goya is smiling towards us from his grave, and my heart feels like it’s been ripped out and devoured from an evil face.

And how I long to disappear. Pack my things and leave this place. Leave my memories beside my letters. Every goodbye comes with pain and every letter I had written was full with crave. But now the sun has long set for us. And my tears are flying away. Some bitter smiles and a childish voice reminds us of who were. And the world seems so different now that we’re not the same.


Αποφάσισα να ψαχουλέψω το παλιό μου blog των blogspot εποχών ( ). Δεν ξέρω γιατί· ίσως ήθελα να δω τι έγραφα, για να ξαναθυμηθώ ποια ήμουν κάποτε.. Και να δω εάν είμαι η ίδια ακόμα.. Παράξενο να διαβάζεις λέξεις και άλλοτε να νιώθεις κάθε μία τους κι άλλοτε να απορείς για το τι είχες στην καρδιά σου..

[ 28/6/2011, Cold soul – Angie Mattson

Είναι ωραίο να ξαναγυρίζεις πίσω σε μέρη που σε έχουν αγγίξει και έχουν μεγάλη σημασία για εσένα. Σε κάνουν να νιώθεις ασφαλής, προστατευμένος. Σου έρχονται στο μυαλό όλες οι αναμνήσεις και θυμάσαι τα περιστατικά, αλλά κυρίως τα άτομα, που έκανα το μέρος εκείνο ξεχωριστό, δικό σου. Γιατί το σημαντικότερο δεν είναι ούτε το μέρος, ούτε η εποχή, ούτε ακόμη και αυτά που κάνεις. Το πιο σημαντικό που κάνει τις αναμνήσεις αξέχαστες και τόσο δυνατές είναι τα άτομα που τις μοιράστηκες μαζί τους. Βλέπεις το πρόσωπό τους και θυμάσαι όλη τη χαρά, την ξεγνοιασιά, και την αθωότητα που μοιράστηκες μαζί τους. 
Όμως αυτό που κάνει ένα μέρος τόσο σημαντικό είναι μερικές φορές και τα όνειρα. Όποιος πει πως δεν έχει ονειρευτεί μια σκηνή στη ζωή του που δε συνέβη ποτέ, αλλά εύχεται κάθε μέρα, και ίσως μετανιώνει που δεν έκανε κάτι για να πραγματοποιηθεί, λέει ψέματα. Ή απλά κρύβεται από την αλήθεια. 
Η νοσταλγία έχει πολλά πρόσωπα και πολλές αιτίες. Μπορεί να μας λείπει ένα πρόσωπο που έχουμε περάσει πολλά μαζί του και ευχόμαστε να μπορούσαμε να ξαναζήσουμε παρόμοιες στιγμές και στο μέλλον. Μπορεί να μας λείπει κάποιος αγαπημένος που έφυγε, και ευχόμαστε να μπορούσαμε έστω και για λίγο να τον ξαναδούμε,ακόμη και αν ξέρουμε πως δεν γίνεται, συνεχίζουμε να ελπίζουμε. Και μπορεί να μας λείπει ένα πρόσωπο που αν και δεν έχουμε ζήσει πολλά μαζί του, ξέρουμε πως αν μας είχε δοθεί η ευκαιρία θα μπορούσαμε να ζήσουμε τόσα και να νιώσουμε όσα θα μας έφταναν για δυο ζωές. Αυτή η νοσταλγία είναι η χειρότερη. Σου λείπει κάτι που δεν έζησες ποτέ, ή που ζεις εσύ μόνο κάθε βράδυ στα όνειρά σου. 
Τραγικό, πολύ, όμως το πιο τραγικό είναι να αγνοείς πως έτσι όπως νιώθεις εσύ, νιώθει και το πρόσωπο που σκέφτεσαι και νοσταλγείς. Και αυτός ο φαύλος κύκλος δίχως τελειωμό, όχι μόνο σε κουράζει και σε μελαγχολεί, αλλά κάνει τις πράξεις σου ανούσιες και άτοπες. Μετανιώνεις, θυμώνεις, κλαις αλλά ξέρεις πως τίποτα δεν θα αλλάξει. Και μόλις το αποδεχτείς καταλαβαίνεις πως τίποτα από όσα κάνεις και θες δεν έχουν αξία, ή μάλλον, δεν έχουν την αξία που θα μπορούσαν να έχουν αν δεν τα έκανες μόνη σου. 
Έτσι παγώνεις. Μέσα σε όλη αυτή τη ματαιότητα επιλέγεις να μην νιώθεις τίποτα, γιατί αυτά που νιώθεις πονάνε. Όσος καιρός και αν περάσει συνεχίζεις να θυμάσαι, και αυτό είναι που το κάνει ακόμα πιο δύσκολο. Με τη θύμηση έρχεται η ελπίδα, αλλά αυτή η ελπίδα διαλύεται με τη συνειδητοποίηση ότι τα όνειρα δεν γίνονται σχεδόν ποτέ πραγματικότητα. Πρέπει να σε αγαπάει κάποιος εκεί ψηλά πολύ για να καταφέρεις να πεις, “εντάξει, έχω αυτό ακριβώς που θέλω, αυτό ακριβώς που έψαχνα, αυτόν ακριβώς που με συμπληρώνει”. Και επειδή κάτι τέτοιο είναι σπάνιο, έως ακατόρθωτο, προτιμάς να μην νιώθεις τίποτα από το να νιώθεις τα πάντα… ]

Προσθέτω επιπλέον κομμάτι που ανακάλυψα από το Youth του Paolo Sorrentino· μια ακόμα μαγική ταινία που δημιούργησε.. Και σπεύσατε να την απολαύσετε στη μεγάλη οθόνη. Τέτοια κινηματογραφική ομορφιά βιώνεται σε σκοτεινές αίθουσες..

25η ώρα

tumblr_inline_ngw7aavo4D1r6o7h0Η εικοστή πέμπτη ώρα είναι η ώρα πριν οι δείχτες του ρολογιού μηδενιστούν, λίγο μετά το 24.

Η εικοστή πέμπτη ώρα είναι μια αστραπή πριν τον μακρόσυρτο κεραυνό, ανάμεσα σε δύο αεικίνητους δείχτες· μια ανάσα.

Η εικοστή πέμπτη ώρα είναι η ώρα η απόλυτα δική μας. Η ώρα που σου κρατώ το χέρι αχόρταγα.

Η εικοστή πέμπτη ώρα είναι εκείνη που θα μας βρίσκει αγκαλιά να τριγυρίζουμε τον κόσμο. Που θα σου ψυθιρίζω ‘Mon amour” με ένα –ρ, μακρόσυρτο και γαργαλιστό σαν άλλη Jane Birkin. Kαι θα σε φιλώ υπό τη σκιά του Πύργου του Άιφελ.

Η εικοστή Πέμπτη ώρα θα είναι εκείνη που θα γέρνω στον ώμο σου για να κοιτάξω τον Πύργο της Πίζας ίσιο, ή που θα κλείνουμε τα μάτια για να ακούσουμε τη φωνή του Ιμάμη να ηχεί από τα μεγάφωνα στο Μπλε Τζαμί. Που θα σχηματίζουμε αγγέλους στο χιόνι και θα κυνηγάμε το βόρειο σέλας που θα ξεφεύγει μακριά. Η ώρα που θα αφήνουμε ένα τσιγάρο στον Καζαντζάκη για να καπνίσουμε μαζί του κι ένα ποίημα στον Κάφκα για να μας συντροφεύει σε περίπατο στην πόλη του.

Η εικοστή Πέμπτη ώρα θα είναι γεμάτη με όλες τις στιγμές που ζήσαμε, και με όλα τα όνειρα τα απραγματοποίητα που πόθησε η ψυχή μας. Λίγο από εσένα, λίγο από εμένα. Και πολύ από το Εμείς. Μόνο που την εικοστή πέμπτη ώρα, όλα θα έχουν μπλεχτεί. Σαν τη ζύμη από τους κουραμπιέδες που φτιάχναμε μαζί. Θα είναι γεμάτη με τη θολούρα των ανασών μας που έκαναν κάποτε την εικόνα έξω από τα τζάμια μας δυσδιάκριτη. Με την ομορφιά των σωμάτων μας που τα έλουζε το σεληνόφως καθώς χάνονταν τα όριά τους κι έμπλεκαν μεταξύ τους. Με τις φωνές, τους καβγάδες μας, με τις θλίψεις μας, με τα γέλια μας. Με τον φόβο μη χάσει ο ένας τον άλλο. Και τον φόβο μην παραμείνουμε για πάντα μαζί..

Η εικοστή πέμπτη ώρα μου θα είσαι εσύ. Που όσα χρόνια κι αν περάσουν, θα ξαναπαίζεις βασανιστικά σαν ένα ολόγραμμα μπροστά μου και θα επαναφέρεις στην ψυχή μου το παιδί, το κορίτσι, τη γυναίκα. Το Όλον. Θα είσαι αυτό που θα γλιστράει από τα χέρια μου όσο κι αν προσπαθώ να το συγκρατήσω. Θα είσαι όμως κι αυτό που ξέρω πως πρέπει πάντοτε να κυνηγώ, γιατί ανάμεσα στα δάχτυλά μου πρέπει να φωλιάσουν τα δικά σου.

Η εικοστή πέμπτη ώρα είναι οι λέξεις που ένιωθα βαθιά μέσα στην ψυχή μου, μα ποτέ δεν μπόρεσα να αρθρώσω ή να γράψω στο χαρτί. Όλες οι σελίδες που δεν πρόφτασα να γυρίσω, οι τίτλοι τέλους που δεν κατάφερα να δω.  Όλες οι λέξεις που δεν κατάφερα να σου ψιθυρίσω. Τα γράμματά μου που δεν τόλμησα ποτέ να σου χαρίσω και που ακόμα, σκονισμένα και κιτρινισμένα, έχουν μείνει στο μυστικό μας μέρος, που ούτε εσύ, ούτε κι εγώ τολμάμε να επισκεφθούμε ξανά.

Η εικοστή πέμπτη ώρα, έχει άραγε χαθεί; Εμείς οι δύο πάλι, είμαστε ακόμα κάπου μαζί;

δημοσιεύθηκε την 1η Ιανουαρίου 2015
στο πλαίσιο του 25th Hour project του Γιώργου Ιατρίδη

Hush, hush, you are away and I am too, too lost..

© Laura Makabresku

© Laura Makabresku

My midriff hurts, with a twinge peculiar, that has its roots under my skin. It trembles and agitates together my entire body. My eyes are blurry, my breath is heavy and when I close my eyes, alive images come out in the open, in front of me, so alive that make me to confused. In which life am I living?

But when somebody starts suspecting, even the slightest of what’s in my mind, I wear my brightest smile, I open my eyes and stare him with all the feigned honesty I could posibly find. And I start to laugh. And when I see that he has believed me, I turn my gaze away and continue the laughing sound, careful not to show that I bursted into tears.

Miles away and memories draw white lines on blue sky and the road you are following will be lost in a blink even if the plane continues its journey away from me. And the memories will be lost, and the memory will fade away. Here is the deepest secret that noone knows and noone will ever steal from me. I carry your heart, I carry it in my heart. Even if you don’t like poetry.

I can’t help but wondering what will our lives as one look like. If we could be something more that two random notes on a pentagram that happened to meet, for an unknown reason, just to show perhaps that the perfect harmony exists. But then, the pages of my notebook were over such as the ink from my pen. My imagination stopped being inexhaustible and had no music left to spare.

And you are far away now and I am a dreamer who loves imagining what is hidden behind your melodic murmur, as you pack to be lost again along the horizon, following your white lines on the sky. Again and again like a perpetual repetition without the slightest of reason.

Your coat is so heavy that if we were together in your frozen land, I would have sneaked inside of it, close to your warm body. And if we were in mine, sunny and bright, I would have taken your hand and shown you all my islands. One for every blush of my cheeks, one for every dream on the white sheets, one for the notes you are searching for and an other one and an other one, and on and on. Voracious journeys in tropical seas..

Words lost in translation and chances flew away long ago. Viraha, the realisation of love through separation. Or maybe Mamihlapinatapei, the shared looked of desire between two people too shy to make the first move. Or even Dor, the sense of longing when separated from that which you love.
It’s all because of you.

How could I know? Koi No Yokan, when you meet someone and you know you are destined to fall in love..

I am sorry I will hush now. I was never good in that after all..

© Laura Makabresku

© Laura Makabresku

They say everyman goes blind in his heart
And they say everybody steals somebody’s heart away
And I got nothing more to say about it
Nothing more than you would me

Μέρες ξεχασμένου καλοκαιριού..

Μέρες τώρα επιστρέφω σε αναμνήσεις χαμένες, βίαια κλεμμένες απ’της λήθης την χαιρέκακη εκδίκηση. Σαν χθες θυμάμαι εκείνο το καλοκαίρι που τόσα ενσταντανέ άφησα να γλιστρήσουν από τα τρεμάμενα δάχτυλά μου. Κι όμως, αντάλλαξα τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες που ποτέ δεν αντίκρυσα με τόσες ολοφώτεινες στιγμές κι άλλες αναμνήσεις, εξίσου μαγικές. Μονάχα μια αχάριστη φιγούρα θα τόλμαγε να ζητήσει την όποια ανταλλαγή.

Όμως, να, κάποιες νύχτες τώρα τελευταία ξύπνησε η θύμηση δίχως να ξέρω το γιατί, μήτε να μπορώ να την εμποδίσω. Φταίει που σε άκουσα ξανά και σε ψάχνω από τότε. Άρχισε το δολοπλόκο το μυαλό να σκαρφίζεται ιστοριούλες μιας παράλληλης και τόσο αλλότριας ζωής. Γεμίζω κάτι ώρες νυχτερινές με κάτι σκέψεις που δεν τολμώ να ξεστομήσω και τρέμω σύγκορμη μη με καταλάβει κανείς. Ίσως φταίει η φωνή σου, καθάρια και τόσο οικεία μου φάνηκε, όπως τότε. Και σαν να μην πέρασε λεπτό ούτε στιγμή, σκέφτηκα για λίγο, μια τόσο δα στιγμή, πόσο διαφορετική ζωή θα είχα ζήσει, εάν συνταξιδιώτης μου ήσουνα εσύ. Και πάλι ίσως κάποτε να ήσουνα, γι’αυτό να ένιωσα πως ίσως μπορούσες να βρεθείς τόσο κοντά μου. Δεν θα μάθω όμως ποτέ, γιατί δίστασα και σε άφησα να ξεμακρύνεις.

Τι επιτήδευση.. τι αηδία μου προξενούν αυτές οι λέξεις! Θέλω μονάχα να σε αγγίξω και ψάχνω σαν ανόητο παιδί, λέξεις σαν ψιμύθια για να κρύψω τη ντροπή. Λέξεις λέξεις λέξεις, ανούσιες και υστερικές. Θα ήθελα να σου ψιθυρήσω μόνο μία και να χαθεί αυτοστιγμεί, μα είμαι μια μικρή δειλή, και φοβάμαι πως το μικρή δεν είναι πια μια πειστική δικαιολογία. Ενδόμυχα ελπίζω να με σκέφτηκες, έστω και για λίγο. Γιατί η σκέψη πως κάποια άλλη θα είχες ικανή, πληγώνει τη ματαιοδοξία μου, κι ας είπα μόλις ψέμα τρομερό. Σωπαίνω, δεν είμαι έτοιμη να πω καμιά αλήθεια. Αλλά κι αν ήμουνα, δεν είσαι εδώ. Με ακούει μονάχα η σιωπή.

Τι παράξενες αυτές οι μέρες. Μου θύμησαν το καλοκαίρι τότε που σε είδα να ξεμακραίνεις και από τότε η όψη σου θολώνει ολοένα και πιο πολύ..