So long ago

Κάποτε η μικρή Χριστίνα έγραφε πολύ και συχνά·
κάποιοι της λέγαν και καλά.
Τώρα μεγάλωσε και γράφει όταν θυμάται·
μα τόσο άσχημα και θλιβερά!
Γι’ αυτό σιωπά και τραγουδά:
τραλαλί τραλαλά!
(μικρό, βραδινό -οιονεί- χαϊκού)

…μα βρίσκει πάντα κομμάτια ωραία
και νυχτερινά!

tumblr_llwc0dvMeg1qzz5ieo1_400This bitter earth
Well, what fruit it bears
What good is love
mmmm that no one shares
And if my life is like the dust
oooh that hides the glow of a rose
What good am I
Heaven only knows

Lord, this bitter earth
Yes, can be so cold
Today you’re young

Too soon, you’re old
But while a voice within me cries
Im sure someone may answer my call
And this bitter earth
Ooooo may not
Oh be so bitter after all

Advertisements

les marionettes

570a2f3e2e90e71fd4028b731a956426

Η επισημότητα περιττεύει όταν οι καταστάσεις αφορούν θέματα καρδιάς, μωρό μου. Έχει χαθεί πια ο πόθος των λέξεων. Έχει χαθεί η σπίθα της στιγμής και η υπόνοια της εμπνεύσεως. Η παιδικότης πια έχει γυρίσει το κεφάλι κι εμείς έχουμε απομείνει στην ίδια σκηνή με τις κουρτίνες ολάνοιχτες και το κοινό απών.

Συνέβη αυτή η παραδοξότητα, πάλι, ξανά. Μου εδόθη αυτό που ποθούσα και με βασάνιζε η απουσία του και τώρα δεν ξέρω πώς να το αρνηθώ. Σαν τη φωτιά που προσπαθείς να ανάψεις με τις τσακμακόπετρες, και προσπαθείς προσπαθείς μετά μανίας, να αποδείξεις πόσο καλά γνωρίζεις τι θα πει δημιουργία, και όταν δεις αυτό την σπίθα να πετάγεται και να επέρχεται η καύση, δεν μπορείς πια να σταματήσεις εκεί που είχες βάλει αρχικά τα όρια. Και το δάσος καίγεται. Από το δικό σου χέρι.

Χαίρε δημιουργέ! Η καταστροφή πάει χέρι χέρι μαζί σου.

Κοιτάζω τις κόρες των ματιών σου, πόσο εύκολα διαστέλλονται. Ξαπλώνω πάνω στο στήθος σου για να ακούσω πώς ουρλιάζει η καρδιά σου. Χορεύει σε ρυθμό πρωτόγνωρο. Σε σκουντώ κάθε που παραμιλάς στον ύπνο σου σε μια γλώσσα ανοίκεια. Δεν ξέρεις να την μεταφράσεις για να φτάσει και στα δικά μου αυτιά. Ούτε όμως και προσπάθησες ποτέ.

Το σπίτι όπου αγρυπνώ είναι μεγάλο και μυρίζει νοτισμένο ξύλο. Δεν μου αρέσουν τα παράθυρα δίχως θέα. Ποτέ μου δεν τα άντεξα. Εσένα δεν σε νοιάζει, παίρνεις το παράθυρό σου μαζί όπου κι αν πας. Σε βλέπω από την μέσα πλευρά του, με τα παντζούρια τα σφραγισμένα. Σηκώνομαι κάπου κάπου, παραμερίζω το χέρι σου από τους ώμους μου και κλείνω την πόρτα πίσω μου. Βρίσκω τα κρυμμένα σου τσιγάρα ανάμεσα σε όλα όσα χώνεις αδιάφορα στα ντουλάπια, παρατημένα κι αυτά, και σου κλέβω ένα. Το καπνίζω ολόκληρο, τραβώντας αργά κάθε τζούρα, κοιτάζοντας από το παράθυρο του μπάνιο τους γείτονες που μόλις έβαλαν τα παιδιά τους για ύπνο. Παρατηρώ αυτή την τελετουργία σχεδόν κάθε βράδυ. Πώς η μητέρα σκύβει πάνω από την κούνιfdaa6804a03ee91a339ef77318cd86adα και κάνει να φιλήσει το περιεχόμενό της. Μετά σηκώνεται, τοποθετεί το βιβλίο που κρατά κάθε βράδυ στα χέρια της, στο ίδιο εκείνο σημείο της μικρής κρεμ βιβλιοθήκης, σβήνει το φως και τραβά την πόρτα πίσω της ως να γείρει.

Το φως στην κουζίνα του κάτω ορόφου παραμένει ανοιχτό, καθώς οι παιδικές ανάσες πλημμυρίζουν το επάνω δωμάτιο. Η μητέρα βρίσκει τον πατέρα να καπνίζει κι εκείνος. Χαϊδεύει τον ροοστάτη και στο ημίφως που δημιουργείται, αρχίζουν να γαμιούνται σιωπηλά, κάνοντας τις σκιές τους να χορεύουν στον απέναντι τοίχο, σαν τις μαριονέτες του Κισλόφσκι. Εάν κατέβαιναν τώρα τα παιδιά και τους έβλεπαν, θα κοιτούσαν με την ίδια ανίκητη προσοχή. Τι παράδοξο να είσαι χειριστής μαριονετών. Σε κάνει να νιώθεις πως ίσως και να μπορείς να ελέγξεις ακόμα και τη δική σου ζωή. Ως που να δεις εκείνο το γνώριμο βλέμμα να μην κοιτά την ιστορία που πλέκεις με τα χέρια σου, μα κατευθείαν εσένα τον ίδιο στα μάτια.

Το τσιγάρο μου σώθηκε και σέρνομαι πίσω στα λευκά μας σεντόνια. Εσύ καταλαβαίνεις πως επέστρεψα, δίχως να ξυπνήσεις ολότελα, μα με καλείς να χαθώ στην αγκαλιά σου. Χαϊδεύεις τα μαλλιά μου και βυθίζεσαι ξανά στα όνειρά σου. Κουρνιάζω στη ζεστασιά του κορμιού σου και κλείνω τα μάτια. Λίγο πριν αποκοιμηθώ, ακούω ένα κοράκι να κράζει έξω από το ανοιχτό παράθυρο. Εμείς πάντοτε θα είμαστε σαν δυο μαριονέτες. Κι ας ξέρουμε να δίνουμε τις ομορφότερες παραστάσεις, γνωρίζουμε πως όλα είναι αλήθεια μονάχα πάνω στη σκηνή.

[photography: Ralph Gibson]

Hold your breath and count to ten

Count to ten; come out from your hidding place
The moon is gazing at your pale face
The memories are kissing your sour lips
And I’m lying on the ground;
can you hear the wind’s hiss?

Why is the world is so loud today?
I can’t hear the nature’s call prevail
Why does my body lie alone so far?
My eyes are dull, my clothes teared apart
(you’re searching in the opposite direction..)

As this secret whim comes clean
No more time to fill with fear
Take my last words, dissolve them here
cut them into little pieces and blow them from the cliff
They’ll be stars above, they’ll soothe your grief

What was I supposed to be?
Not a hero nor a thief
Who knew how it was going to end?
Another world might was our fate

Arrival of the birds..

We’ve woken up as two birds. Neither he nor I ever understood how this metamorphosis happened or even where it took place. We just slept, one warm body crawled inside the other one, and it seemed like an eternity passed and we woke up when the sun was rising. Only to find wings where once our hands were twisted together. Can it be that we’ve woken up in a dream within a dream?

This flesh, once covered in skin, now is covered in feathers. You, in black and me in white, creating a perfect balance in nature. The male and the female body disappeared and this imaginary transformation doomed us in a great hell and also in the same heaven where once Adam and Eve reigned among all creatures.

Our hearts still warm on the inside, our smiles still frigid cold on the outside. Seems like nothing has changed. But our hands disappeared and now we cannot touch each other’s bodies. I long now for what it has been lost. I long for everything that was stolen. I stay silent. I open my wings, only to unfold the new version of my self. And I fly away..

We are two birds. Doomed, always to fly away.. For eternity.

You carry on and look away, feeling less everyday..

When you are not here my heart aches with pain from a healed wound. But then again, when you’re here my wound opens and bleads without an end. I remember sometimes how beautifully we were dancing by the sea, how your hand was waving back at me and how cold your hands were because your heart was warm with love for me. Mine were always warm like my heart. Oh you silly girl you were young and a child back then.

What is time and what are we now? Time passes feelings grow stronger. But there’s a point with no return, when you’re heart has nothing left to say. And I am spending all my evenings gazing at the sea, wishing to the night to hide my sorrow and smile at me. Searching for a star to whisper my wish, though I know luck won’t help me.

Every nightfall comes and goes. And my heart grows emptier with every sunset. I wish I could stop time at that moment I was trembling or even fast forward these moments that all they do is simply causing pain. I could give all I had for you once upon a time. But now our fairytale is transforming to a black ghost flying at this tender night. And Goya is smiling towards us from his grave, and my heart feels like it’s been ripped out and devoured from an evil face.

And how I long to disappear. Pack my things and leave this place. Leave my memories beside my letters. Every goodbye comes with pain and every letter I had written was full with crave. But now the sun has long set for us. And my tears are flying away. Some bitter smiles and a childish voice reminds us of who were. And the world seems so different now that we’re not the same.

Flashbacks..

Αποφάσισα να ψαχουλέψω το παλιό μου blog των blogspot εποχών ( http://mysmallperfectworld.blogspot.com ). Δεν ξέρω γιατί· ίσως ήθελα να δω τι έγραφα, για να ξαναθυμηθώ ποια ήμουν κάποτε.. Και να δω εάν είμαι η ίδια ακόμα.. Παράξενο να διαβάζεις λέξεις και άλλοτε να νιώθεις κάθε μία τους κι άλλοτε να απορείς για το τι είχες στην καρδιά σου..

[ 28/6/2011, Cold soul – Angie Mattson

Είναι ωραίο να ξαναγυρίζεις πίσω σε μέρη που σε έχουν αγγίξει και έχουν μεγάλη σημασία για εσένα. Σε κάνουν να νιώθεις ασφαλής, προστατευμένος. Σου έρχονται στο μυαλό όλες οι αναμνήσεις και θυμάσαι τα περιστατικά, αλλά κυρίως τα άτομα, που έκανα το μέρος εκείνο ξεχωριστό, δικό σου. Γιατί το σημαντικότερο δεν είναι ούτε το μέρος, ούτε η εποχή, ούτε ακόμη και αυτά που κάνεις. Το πιο σημαντικό που κάνει τις αναμνήσεις αξέχαστες και τόσο δυνατές είναι τα άτομα που τις μοιράστηκες μαζί τους. Βλέπεις το πρόσωπό τους και θυμάσαι όλη τη χαρά, την ξεγνοιασιά, και την αθωότητα που μοιράστηκες μαζί τους. 
Όμως αυτό που κάνει ένα μέρος τόσο σημαντικό είναι μερικές φορές και τα όνειρα. Όποιος πει πως δεν έχει ονειρευτεί μια σκηνή στη ζωή του που δε συνέβη ποτέ, αλλά εύχεται κάθε μέρα, και ίσως μετανιώνει που δεν έκανε κάτι για να πραγματοποιηθεί, λέει ψέματα. Ή απλά κρύβεται από την αλήθεια. 
Η νοσταλγία έχει πολλά πρόσωπα και πολλές αιτίες. Μπορεί να μας λείπει ένα πρόσωπο που έχουμε περάσει πολλά μαζί του και ευχόμαστε να μπορούσαμε να ξαναζήσουμε παρόμοιες στιγμές και στο μέλλον. Μπορεί να μας λείπει κάποιος αγαπημένος που έφυγε, και ευχόμαστε να μπορούσαμε έστω και για λίγο να τον ξαναδούμε,ακόμη και αν ξέρουμε πως δεν γίνεται, συνεχίζουμε να ελπίζουμε. Και μπορεί να μας λείπει ένα πρόσωπο που αν και δεν έχουμε ζήσει πολλά μαζί του, ξέρουμε πως αν μας είχε δοθεί η ευκαιρία θα μπορούσαμε να ζήσουμε τόσα και να νιώσουμε όσα θα μας έφταναν για δυο ζωές. Αυτή η νοσταλγία είναι η χειρότερη. Σου λείπει κάτι που δεν έζησες ποτέ, ή που ζεις εσύ μόνο κάθε βράδυ στα όνειρά σου. 
Τραγικό, πολύ, όμως το πιο τραγικό είναι να αγνοείς πως έτσι όπως νιώθεις εσύ, νιώθει και το πρόσωπο που σκέφτεσαι και νοσταλγείς. Και αυτός ο φαύλος κύκλος δίχως τελειωμό, όχι μόνο σε κουράζει και σε μελαγχολεί, αλλά κάνει τις πράξεις σου ανούσιες και άτοπες. Μετανιώνεις, θυμώνεις, κλαις αλλά ξέρεις πως τίποτα δεν θα αλλάξει. Και μόλις το αποδεχτείς καταλαβαίνεις πως τίποτα από όσα κάνεις και θες δεν έχουν αξία, ή μάλλον, δεν έχουν την αξία που θα μπορούσαν να έχουν αν δεν τα έκανες μόνη σου. 
Έτσι παγώνεις. Μέσα σε όλη αυτή τη ματαιότητα επιλέγεις να μην νιώθεις τίποτα, γιατί αυτά που νιώθεις πονάνε. Όσος καιρός και αν περάσει συνεχίζεις να θυμάσαι, και αυτό είναι που το κάνει ακόμα πιο δύσκολο. Με τη θύμηση έρχεται η ελπίδα, αλλά αυτή η ελπίδα διαλύεται με τη συνειδητοποίηση ότι τα όνειρα δεν γίνονται σχεδόν ποτέ πραγματικότητα. Πρέπει να σε αγαπάει κάποιος εκεί ψηλά πολύ για να καταφέρεις να πεις, “εντάξει, έχω αυτό ακριβώς που θέλω, αυτό ακριβώς που έψαχνα, αυτόν ακριβώς που με συμπληρώνει”. Και επειδή κάτι τέτοιο είναι σπάνιο, έως ακατόρθωτο, προτιμάς να μην νιώθεις τίποτα από το να νιώθεις τα πάντα… ]

Προσθέτω επιπλέον κομμάτι που ανακάλυψα από το Youth του Paolo Sorrentino· μια ακόμα μαγική ταινία που δημιούργησε.. Και σπεύσατε να την απολαύσετε στη μεγάλη οθόνη. Τέτοια κινηματογραφική ομορφιά βιώνεται σε σκοτεινές αίθουσες..