1 2 3

I was calling you, and kissing you, and begging you to come lay down next to me. To fill the empty, white sheets with your presence.
And you pushed me away once.
I cleaned my face, I cleaned my body, I caressed it with flowers to smell beautiful and tasty for you.
And you pushed me away twice.
I put on my very best smile and I kissed you again. And begged you. Oh, how much I begged you, as you had your eyes closed.
And you stood up and went to the other room.
Now you’re lying on the bed. And you didn’t even call once for me.
You pushed me away for the third time.
And my darling, no one can ignore this ruthless third time. 


When the sun chased the rain away

I love my country’s sun because it casts away gloomy thoughts and saves me from cloudy dreams and melodies. The sun warms up my pieces and makes my heart smile. Behind its warmth and shininess, lies this miserable fog that I keep most of the days away. Yet this paradox occurs and it feels like it always has done.

I long these far away trips, that end up in countries, dark and cold. I find comfort in relapse and at first, I enjoy it so much that I forget why I liked the sun in the first place. But suddenly when I realise what they’re drawing on the surface, I always rush to book my ticket back home. And I usually manage to be on time for my departure. And every single time, I watch out of the window as the plane is taking off. I wave goodbye to the coldness but I feel so broken hearted because I already know that I’ll miss it so much and I’ll regret my decision to go back.

Some people decide. Others let life decide for them. Some sleep on the ground, other find uncomfort in their comfortable beds. So here’s to you, my shiny blue sea and here’s to you my wonderful fog. I might see you again, but I’m not sure where I’d choose to stay.


Bus routes..

Όσο κι αν προσπαθώ να εκφραστώ σε μια γλώσσα που δεν μου ανήκει -και πολύ πιθανόν να μην γίνει ποτέ, ούτε στο ελάχιστο, δική μου- τόσο η σκληρή πραγματικότητα θα με χτυπά κατευθείαν στα μούτρα· θα είμαι πάντοτε ανάπηρη, μισή, τόσο λίγη. Τι κι αν πασχίζω να βρω ένα εισιτήριο για άλλους κόσμους, δεν μπορώ να υπερνικήσω τα εμπόδια, ούτε να ξεγελάσω τους σεναριοφύλακες. Τα όρια του κόσμου μου θα είναι αυτά και οποιαδήποτε προσπάθεια να ξεμακρύνω λιγάκι παραπάνω, κατα πάσα πιθανότητα, θα έχει μία αποκρουστική επίγευση στη γλώσσα. Σαν την επίγευση που μου αφήνει το καπνισμένο ουίσκι. Όμως αυτό κατάλαβα πως δεν μου ταιριάζει από το πρώτο sgriob στο άνω χείλος μου και το απέρριψα. Γιατί η εμμονη μου αυτή όμως με τις άλλες γλώσσες, με τους άλλους κόσμους, συνεχίζει να εμμένει; Γιατί χρειάζομαι τόσο αδηφάγα κι άλλους κόσμους να τριγυρίζω;

Ίσως φοβάμαι μην αρχίσω να μυρίζω αυτή τη μυρωδιά ναυθαλίνης και φαρμάκων που μυρίζουν συνήθως οι ηλικιωμένοι που μπαίνουν στο πρωινό μου λεωφορείο, πριν καν κλείσω τα 30. Όμως να τι κάνω εγώ, καθώς τους περιεργάζομαι. Κάθομαι στη γωνιά μου, σαν φοβισμένο σκυλί. Στην ίδια αυτή θέση πάνω από τη μηχανή. Τόσο άβολη και αποκρουστική. Γουργουρίζει καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής και προς δυστυχία μου, η στάση μου είναι στο τέρμα. Έτσι έχω χρόνο να αραδιάσω όλες τις βδελυρές μου σκέψεις στο χαρτί, για να μην τις ουρλιάξω στον πρώτο που θα συναντήσω μπρος μου με το που κατέβω. Τόσο μάταιες όμως και τόσο άτακτα συγχροτισμένες στο χαρτί σαν κι εμένα, που σε λίγο θα κλείσω το τετράδιό μου και θα βγω από την αυτόματη πόρτα, για να μπω μονάχα στον κόσμο, μέχρι να πάρω το λεωφορείο του γυρισμού.

Θα συγχροτιστώ ανάμεσα σε αδιάφορα πρόσωπα που δεν συγκινούν την ψυχή μου και απλά προτάσουν μία συνειδητοποίηση που προσπαθώ να αγνοήσω και να θάψω βαθιά μέσα μου· είμαι ίσως λιγάκι πιο αδιάφορη από ολους εκείνους που καθημερινά χαιρετώ. Μόνο που η δική μου αδιαφορία κρύβεται στο τελευταίο από τα κουτιά δώρου που πουλάνε σε εκείνον τον δρόμο, που πάντοτε ξεχνώ το όνομά του. Και ο δικός μου φιόγκος έχει αλλάξει κι έχει γίνει κόμπος για να μην μπορεί να ανοίξει το περιεχόμενου του κουτιού, άμα δεν το κόψεις, ανεπιστρεπτί.

Ae Fond Kiss

by Robert Burns
Ae fond kiss, and then we sever;
Ae fareweel, and then forever!
Deep in heart-wrung tears   I’ll pledge thee,
Warring sighs and groans I’ll wage thee.
Who shall say that Fortune grieves him,
While the star of hope she leaves him?
Me, naecheerfu’ twinkle lights me;
Dark despair around benights me.
I’ll ne’er blame my partial fancy,
Naething could resist my Nancy;
But to see her was to love her;
Love but her, and love forever.
Had we never lov’d sae kindly,
Had we never lov’d sae blindly,
Never met—or never parted—
We had ne’er been broken-hearted.
Fare thee weel, thou first and fairest!
Fare thee weel, thou best and dearest!
Thine be ilka joy and treasure,
Peace. enjoyment, love, and pleasure!
Ae fond kiss, and then we sever;
Ae fareweel, alas, forever!
Deep in heart-wrung tears   I’ll pledge thee,
Warring sighs and groans I’ll wage thee!
[This indistinctive whisper caresses the ear of the sleeping girl, 
poems and wines and fears all mixed together in a very end, 
Kind shall be the lips that kiss one’s eyes goodbye 
Though deep might be the cries 
which covers these days with lies.]

So long ago

Κάποτε η μικρή Χριστίνα έγραφε πολύ και συχνά·
κάποιοι της λέγαν και καλά.
Τώρα μεγάλωσε και γράφει όταν θυμάται·
μα τόσο άσχημα και θλιβερά!
Γι’ αυτό σιωπά και τραγουδά:
τραλαλί τραλαλά!
(μικρό, βραδινό -οιονεί- χαϊκού)

…μα βρίσκει πάντα κομμάτια ωραία
και νυχτερινά!

tumblr_llwc0dvMeg1qzz5ieo1_400This bitter earth
Well, what fruit it bears
What good is love
mmmm that no one shares
And if my life is like the dust
oooh that hides the glow of a rose
What good am I
Heaven only knows

Lord, this bitter earth
Yes, can be so cold
Today you’re young

Too soon, you’re old
But while a voice within me cries
Im sure someone may answer my call
And this bitter earth
Ooooo may not
Oh be so bitter after all

les marionettes


Η επισημότητα περιττεύει όταν οι καταστάσεις αφορούν θέματα καρδιάς, μωρό μου. Έχει χαθεί πια ο πόθος των λέξεων. Έχει χαθεί η σπίθα της στιγμής και η υπόνοια της εμπνεύσεως. Η παιδικότης πια έχει γυρίσει το κεφάλι κι εμείς έχουμε απομείνει στην ίδια σκηνή με τις κουρτίνες ολάνοιχτες και το κοινό απών.

Συνέβη αυτή η παραδοξότητα, πάλι, ξανά. Μου εδόθη αυτό που ποθούσα και με βασάνιζε η απουσία του και τώρα δεν ξέρω πώς να το αρνηθώ. Σαν τη φωτιά που προσπαθείς να ανάψεις με τις τσακμακόπετρες, και προσπαθείς προσπαθείς μετά μανίας, να αποδείξεις πόσο καλά γνωρίζεις τι θα πει δημιουργία, και όταν δεις αυτό την σπίθα να πετάγεται και να επέρχεται η καύση, δεν μπορείς πια να σταματήσεις εκεί που είχες βάλει αρχικά τα όρια. Και το δάσος καίγεται. Από το δικό σου χέρι.

Χαίρε δημιουργέ! Η καταστροφή πάει χέρι χέρι μαζί σου.

Κοιτάζω τις κόρες των ματιών σου, πόσο εύκολα διαστέλλονται. Ξαπλώνω πάνω στο στήθος σου για να ακούσω πώς ουρλιάζει η καρδιά σου. Χορεύει σε ρυθμό πρωτόγνωρο. Σε σκουντώ κάθε που παραμιλάς στον ύπνο σου σε μια γλώσσα ανοίκεια. Δεν ξέρεις να την μεταφράσεις για να φτάσει και στα δικά μου αυτιά. Ούτε όμως και προσπάθησες ποτέ.

Το σπίτι όπου αγρυπνώ είναι μεγάλο και μυρίζει νοτισμένο ξύλο. Δεν μου αρέσουν τα παράθυρα δίχως θέα. Ποτέ μου δεν τα άντεξα. Εσένα δεν σε νοιάζει, παίρνεις το παράθυρό σου μαζί όπου κι αν πας. Σε βλέπω από την μέσα πλευρά του, με τα παντζούρια τα σφραγισμένα. Σηκώνομαι κάπου κάπου, παραμερίζω το χέρι σου από τους ώμους μου και κλείνω την πόρτα πίσω μου. Βρίσκω τα κρυμμένα σου τσιγάρα ανάμεσα σε όλα όσα χώνεις αδιάφορα στα ντουλάπια, παρατημένα κι αυτά, και σου κλέβω ένα. Το καπνίζω ολόκληρο, τραβώντας αργά κάθε τζούρα, κοιτάζοντας από το παράθυρο του μπάνιο τους γείτονες που μόλις έβαλαν τα παιδιά τους για ύπνο. Παρατηρώ αυτή την τελετουργία σχεδόν κάθε βράδυ. Πώς η μητέρα σκύβει πάνω από την κούνιfdaa6804a03ee91a339ef77318cd86adα και κάνει να φιλήσει το περιεχόμενό της. Μετά σηκώνεται, τοποθετεί το βιβλίο που κρατά κάθε βράδυ στα χέρια της, στο ίδιο εκείνο σημείο της μικρής κρεμ βιβλιοθήκης, σβήνει το φως και τραβά την πόρτα πίσω της ως να γείρει.

Το φως στην κουζίνα του κάτω ορόφου παραμένει ανοιχτό, καθώς οι παιδικές ανάσες πλημμυρίζουν το επάνω δωμάτιο. Η μητέρα βρίσκει τον πατέρα να καπνίζει κι εκείνος. Χαϊδεύει τον ροοστάτη και στο ημίφως που δημιουργείται, αρχίζουν να γαμιούνται σιωπηλά, κάνοντας τις σκιές τους να χορεύουν στον απέναντι τοίχο, σαν τις μαριονέτες του Κισλόφσκι. Εάν κατέβαιναν τώρα τα παιδιά και τους έβλεπαν, θα κοιτούσαν με την ίδια ανίκητη προσοχή. Τι παράδοξο να είσαι χειριστής μαριονετών. Σε κάνει να νιώθεις πως ίσως και να μπορείς να ελέγξεις ακόμα και τη δική σου ζωή. Ως που να δεις εκείνο το γνώριμο βλέμμα να μην κοιτά την ιστορία που πλέκεις με τα χέρια σου, μα κατευθείαν εσένα τον ίδιο στα μάτια.

Το τσιγάρο μου σώθηκε και σέρνομαι πίσω στα λευκά μας σεντόνια. Εσύ καταλαβαίνεις πως επέστρεψα, δίχως να ξυπνήσεις ολότελα, μα με καλείς να χαθώ στην αγκαλιά σου. Χαϊδεύεις τα μαλλιά μου και βυθίζεσαι ξανά στα όνειρά σου. Κουρνιάζω στη ζεστασιά του κορμιού σου και κλείνω τα μάτια. Λίγο πριν αποκοιμηθώ, ακούω ένα κοράκι να κράζει έξω από το ανοιχτό παράθυρο. Εμείς πάντοτε θα είμαστε σαν δυο μαριονέτες. Κι ας ξέρουμε να δίνουμε τις ομορφότερες παραστάσεις, γνωρίζουμε πως όλα είναι αλήθεια μονάχα πάνω στη σκηνή.

[photography: Ralph Gibson]