les marionettes

570a2f3e2e90e71fd4028b731a956426

Η επισημότητα περιττεύει όταν οι καταστάσεις αφορούν θέματα καρδιάς, μωρό μου. Έχει χαθεί πια ο πόθος των λέξεων. Έχει χαθεί η σπίθα της στιγμής και η υπόνοια της εμπνεύσεως. Η παιδικότης πια έχει γυρίσει το κεφάλι κι εμείς έχουμε απομείνει στην ίδια σκηνή με τις κουρτίνες ολάνοιχτες και το κοινό απών.

Συνέβη αυτή η παραδοξότητα, πάλι, ξανά. Μου εδόθη αυτό που ποθούσα και με βασάνιζε η απουσία του και τώρα δεν ξέρω πώς να το αρνηθώ. Σαν τη φωτιά που προσπαθείς να ανάψεις με τις τσακμακόπετρες, και προσπαθείς προσπαθείς μετά μανίας, να αποδείξεις πόσο καλά γνωρίζεις τι θα πει δημιουργία, και όταν δεις αυτό την σπίθα να πετάγεται και να επέρχεται η καύση, δεν μπορείς πια να σταματήσεις εκεί που είχες βάλει αρχικά τα όρια. Και το δάσος καίγεται. Από το δικό σου χέρι.

Χαίρε δημιουργέ! Η καταστροφή πάει χέρι χέρι μαζί σου.

Κοιτάζω τις κόρες των ματιών σου, πόσο εύκολα διαστέλλονται. Ξαπλώνω πάνω στο στήθος σου για να ακούσω πώς ουρλιάζει η καρδιά σου. Χορεύει σε ρυθμό πρωτόγνωρο. Σε σκουντώ κάθε που παραμιλάς στον ύπνο σου σε μια γλώσσα ανοίκεια. Δεν ξέρεις να την μεταφράσεις για να φτάσει και στα δικά μου αυτιά. Ούτε όμως και προσπάθησες ποτέ.

Το σπίτι όπου αγρυπνώ είναι μεγάλο και μυρίζει νοτισμένο ξύλο. Δεν μου αρέσουν τα παράθυρα δίχως θέα. Ποτέ μου δεν τα άντεξα. Εσένα δεν σε νοιάζει, παίρνεις το παράθυρό σου μαζί όπου κι αν πας. Σε βλέπω από την μέσα πλευρά του, με τα παντζούρια τα σφραγισμένα. Σηκώνομαι κάπου κάπου, παραμερίζω το χέρι σου από τους ώμους μου και κλείνω την πόρτα πίσω μου. Βρίσκω τα κρυμμένα σου τσιγάρα ανάμεσα σε όλα όσα χώνεις αδιάφορα στα ντουλάπια, παρατημένα κι αυτά, και σου κλέβω ένα. Το καπνίζω ολόκληρο, τραβώντας αργά κάθε τζούρα, κοιτάζοντας από το παράθυρο του μπάνιο τους γείτονες που μόλις έβαλαν τα παιδιά τους για ύπνο. Παρατηρώ αυτή την τελετουργία σχεδόν κάθε βράδυ. Πώς η μητέρα σκύβει πάνω από την κούνιfdaa6804a03ee91a339ef77318cd86adα και κάνει να φιλήσει το περιεχόμενό της. Μετά σηκώνεται, τοποθετεί το βιβλίο που κρατά κάθε βράδυ στα χέρια της, στο ίδιο εκείνο σημείο της μικρής κρεμ βιβλιοθήκης, σβήνει το φως και τραβά την πόρτα πίσω της ως να γείρει.

Το φως στην κουζίνα του κάτω ορόφου παραμένει ανοιχτό, καθώς οι παιδικές ανάσες πλημμυρίζουν το επάνω δωμάτιο. Η μητέρα βρίσκει τον πατέρα να καπνίζει κι εκείνος. Χαϊδεύει τον ροοστάτη και στο ημίφως που δημιουργείται, αρχίζουν να γαμιούνται σιωπηλά, κάνοντας τις σκιές τους να χορεύουν στον απέναντι τοίχο, σαν τις μαριονέτες του Κισλόφσκι. Εάν κατέβαιναν τώρα τα παιδιά και τους έβλεπαν, θα κοιτούσαν με την ίδια ανίκητη προσοχή. Τι παράδοξο να είσαι χειριστής μαριονετών. Σε κάνει να νιώθεις πως ίσως και να μπορείς να ελέγξεις ακόμα και τη δική σου ζωή. Ως που να δεις εκείνο το γνώριμο βλέμμα να μην κοιτά την ιστορία που πλέκεις με τα χέρια σου, μα κατευθείαν εσένα τον ίδιο στα μάτια.

Το τσιγάρο μου σώθηκε και σέρνομαι πίσω στα λευκά μας σεντόνια. Εσύ καταλαβαίνεις πως επέστρεψα, δίχως να ξυπνήσεις ολότελα, μα με καλείς να χαθώ στην αγκαλιά σου. Χαϊδεύεις τα μαλλιά μου και βυθίζεσαι ξανά στα όνειρά σου. Κουρνιάζω στη ζεστασιά του κορμιού σου και κλείνω τα μάτια. Λίγο πριν αποκοιμηθώ, ακούω ένα κοράκι να κράζει έξω από το ανοιχτό παράθυρο. Εμείς πάντοτε θα είμαστε σαν δυο μαριονέτες. Κι ας ξέρουμε να δίνουμε τις ομορφότερες παραστάσεις, γνωρίζουμε πως όλα είναι αλήθεια μονάχα πάνω στη σκηνή.

[photography: Ralph Gibson]
Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s