Διψώ την απουσία σου..

Νύχτα. Θα ήθελα να βρέχει. Βρέχει. Κρυώνω. Σε ψάχνω.
Πού είσαι; Ποιος είσαι; Ποια είμαι κι εγώ; Δεν μπορώ να θυμηθώ το πρόσωπό σου. Δεν μπορώ να διακρίνω το δικό μου. Ο καθρέφτης μου θολός, ρωγμές καθρεφτίζουν την παραμορφωμένη μου ψυχή.

Κλείνω τα μάτια μου. Σε ονειρεύομαι. Είσαι μακριά. Προσπαθώ να σε πιάσω. Δεν μπορώ. Είσαι μακριά. Σε φωνάζω. Δεν ακούς. Πετάς. Απομακρύνεσαι. Το πρόσωπό σου γνώριμο, μα τόσο άγνωστο πια. Δεν με κοιτάς. Κι εγώ σε πεινώ, σε κοιτάζω αδηφάγα. Φοβάμαι. Δεν ξέρω τι έχεις απογίνει. Κι όμως σε επιζητώ. Τόσο τέλειος, τόσο απλός, τόσο κρυφός, τόσο μακρινός. Τα μάτια σου μελαγχολικά. Η ψυχή σου κρυμμένη καλά. Δεν σε ξέρω. Σε θέλω ξανά.

Φοβισμένη. Μόνη. Χαμένη. Μόνη. Πονάω. Μόνη…μόνη…
Σαν ένα θλιβερό, βρώμικο σκυλί, που είχε συνηθίσει στα χάδια, μα τώρα χάθηκε από το σπιτικό του.
Και ουρλιάζω, και κλαίω παρακλητικά, μόνο για να νιώσω έναν απόλυτο πόνο, και να μην μπορώ να κουνήσω ούτε καν την ουρά.
Πώς με λένε; Δεν ξέρω. Ποια είμαι; Έχω ξεχάσει. Πού είμαι; Δεν καταλαβαίνω. Γιατί; Δεν μπορώ να απαντήσω. Πού έχουν πάει όλοι; Μα πού είσαι εσύ;
Με ξέρεις; Σε παρακαλώ, γνώρισέ με. Σε παρακαλώ, αγάπησέ με… Το έχω ανάγκη, μα δεν μπορώ να στο ζητώ. Σε παρακαλώ, κάνε με να μην αισθάνομαι. Πάρε το κουρασμένο μου κορμί, και χάιδεψέ το όπως μονάχα εσύ μπορείς. Σε έχω ονειρευτεί να με φιλάς, και να αφήνεις άλικα σημάδια σε κάθε ικμάδα του κορμιού μου. Να ρουφάς την υγρασία της βροχής από το σώμα μου και διψασμένος να παραμιλάς για λίγο ακόμα από τα υγρά μου. Πάρε μου τον πόνο και κάνε με να ξεχάσω πως σε λιγάκι δεν θα είμαστε πια μαζί. Κάνε με να ξεχάσω την απουσία σου από τα σεντόνια μου. Μπλέξε το σώμα σου με το δικό μου για να αποκοιμηθούμε έτσι, αγκαλιά μαζί.
Σκοτάδι ακόμα. Δεν με πειράζει. Δεν θέλω πια να βλέπω. Ο γνώριμος πλέον ήχος της βροχής με συντροφεύει στη μοναξιά μου. Βγαίνω έξω, να με χαϊδέψει εκείνη. Τώρα δεν κρυώνω. Δεν μπορώ να σε βρω. Δεν ξέρω ποια θα μπορούσα να γίνω στην αγκαλιά σου, ούτε σε τι πλάσμα θα μεταμορφωνόσουν εσύ με τα φιλιά μου. Καταδικασμένοι στην άγνωστη αιωνιότητα. Στην άγνωστη πραγματικότητα. Δεν ξέρω τη δική σου. Μα δεν με πειράζει πια. Ξέρω τη δική μου όμως. Απλή, γυμνή, αισχρή, καταδικασμένη. Περπατώ, τρέχω στη βροχή. Ξαπλώνω στον πλημμυρισμένο δρόμο και σκέφτομαι τις χιλιάδες ζωές που σε ψάχνω. Σκέφτομαι και αυτή τη ζωή. Η πιο θλιβερή από όλες.
Γιατί σε αυτή…απλά σ’αγαπώ.
Κι εσύ…απλά δεν είσαι εδώ..
Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s