Alors c’est ça.

Δεν μπορώ, παρά να πω, ευχαριστώ.
Και να βυθιστώ στην γαλήνη του ουρανού που έχει βαφεί σαν πίνακας από κάποιον εξπρεσιονιστή.Τώρα που το σκέφτομαι, ο ουρανός έξω από το παράθυρό μου μοιάζει πολύ με αυτόν της Κραυγής του Munch. Θυμάμαι, κιόλας, πως κάπου κάποτε είχα διαβάσει τι έγραφε στο ημερολόγιό του για την έμπνευση αυτού του πίνακα:

463px-The_ScreamΠερπατούσα σ’ ένα μονοπάτι με δυο φίλους – ο ήλιος έπεφτε – ξαφνικά ο ουρανός έγινε κόκκινος σαν αίμα – σταμάτησα, νιώθοντας εξαντλημένος, και στηρίχτηκα στο φράχτη – αίμα και γλώσσες φωτιάς πάνω από το μαύρο-μπλε φιόρδ και την πόλη – οι φίλοι μου προχώρησαν, κι εγώ έμεινα εκεί τρέμοντας από την αγωνία – κι ένιωσα ένα ατέλειωτο ουρλιαχτό να διαπερνά τη φύση.

Πάντα μου άρεσαν οι άνθρωποι που ήξεραν πώς να χειριστούν τις λέξεις τους. Μάλιστα κάποτε είχα ερωτευτεί παράφορα και κάποιον τέτοιον. Και επίσης κάποτε είχα ταξιδέψει σε ένα όνειρό μου στη χώρα των εξπρεσιονιστών μαζί του. Πάντοτε έβλεπα όνειρα παράταιρα. Όπως παράταιρη είναι η ομορφιά και δύο ματιών που κλαίνε. Μερικές φορές ξυπνούσα και ξυπνάω από κάποια τέτοια όνειρα κλαμένη. Αλλά μετά τα ξεχνάω. Ξεχνάω εύκολα. Ευτυχώς, και για εμένα και για τους άλλους.

‘Όλα τα πράγματα που έχει ξεχάσει κανείς κραυγάζουν για βοήθεια στα όνειρά του’ βέβαια έχει πει ο Κανέτι. Ναι ναι αυτός ο Νομπελίστας. Τέλος πάντων. Ίσως έτσι να εξηγούνται τα όνειρά μου. Δεν ξέρω. Και δεν θα μάθω και ποτέ. Τι τα θες, εγώ έχω μάθει να χαμογελάω με ανακούφιση στο στερνό μου δάκρυ καθώς το σκουπίζω, καταλαβαίνοντας για πόσα πράγματα στη ζωή μου θα πρέπει να χαμογελώ. Και δεν με παρεξηγεί το δάκρυ μου που το αλείφω στα ροδαλά μου μάγουλα και εξατμίζεται στο τέλος.

Ε, λοιπόν, ο ουρανός θύμιζε Munch, χωρίς όμως να είναι. Έλειπε η κραυγή, η αγωνία, η φρίκη. Στον δικό μου ουρανό, στο άλικο αυτό θέαμα μπρος μου, υπήρχε μονάχα γαλήνη. Η ηρεμία της ημέρας που δίνει τη θέση της στη νύχτα για να ξεκουραστεί μέχρι το επόμενο πρωινό.

Ίσως να έφταιγε η μουσική που άκουγα εκείνη την ώρα. Άκουγα κάτι πανέμορφες συνθέσεις πιάνου. Τι ωραία που θα ήταν να ήξερα να συνθέτω κι εγώ τέτοιες οπτασίες. Εάν ήταν γεύση, θα ήταν σίγουρα κάτι μεταξύ σαντιγύ, και κρέμας μπισκοτόκρεμας που τρώγαμε μωράκια. Ίσως να κατάφερνα να έβρισκα έτσι το πιο αγαπημένο μου κομμάτι. Αλλά εδώ δεν έχω βρει το αγαπημένο μου φαγητό, τι με κάνει να πιστεύω πως θα έβρισκα το αγαπημένο μου κομμάτι; Αλλά το άφησα το πιάνο, ίσως να με άφησε και αυτό. Δεν έχει πολλή σημασία.

Αλλά θέλω να πω, πως ο κόσμος είναι όμορφος. Κι εγώ σ’αγαπώ. Και είμαι γλυκιά. Προσπαθώ τουλάχιστον να είμαι. Και θέλω να είμαι η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μου όταν μου κρατάς το χέρι. Κι αν μερικές φορές δεν είμαι και τόσο καλή εκδοχή, να ξέρεις πως δεν παύω να σ’αγαπώ. Αφού και μη και αν και ίσως δεν έχω άλλα να πω.

Το κομμάτι μου τελείωσε.
Ο ήλιος έδυσε.
Η κραυγή, έγινε ψίθυρος, όλος υπόσχεση και γλύκα.
Κι εγώ ακόμη σ’ αγαπώ. 

(μακάρι να μπορούσα να στα πω αυτά σε όλες τις γλώσσες του κόσμου· δεν ξέρω γιατί, μα αυτό σκέφτηκα μόλις τώρα)

Advertisements

One comment on “Alors c’est ça.

  1. Δε μου έμειναν λόγια να πω…. Τα είπες όλα, τόσο γλυκά, τόσο δυνατά.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s