Τρομαγμένα και βουβά, ξεχάστηκε στο τέλος και το είναι..

Νύχτα.

Περπατάω.

Μια χαμένη φιγούρα σε έναν δρόμο άδειο από αυτοκίνητα και από ψυχές. Δίπλα μου νιώθω κάποιον να μου κρατά το χέρι και να μιλά ακατάπαυστα καθώς περνάμε πολυκατοικίες και γνώριμα σοκάκια. Ένα αρρωστιάρικο φως, που κάνει τα μάτια μου να πονούν, τρεμοπαίζει, στερώντας μου για λίγα δεύτερα την όραση. Όμως εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα που κυριαρχεί το απόλυτο σκοτάδι στο έρημο τοπίο είναι που βλέπω λίγο καλύτερα. Μετά επανέρχεται το φως και παύω να βλέπω ξανά. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται. Αλλεπάλληλη επανάληψη και της φωνής δίπλα μου.

Κάποια στιγμή η φωνή αυτή αρχίζει να γελά. Καταλαβαίνω πως πρέπει να ειπώθηκε κάτι αστείο. Πρέπει να γελάσω και εγώ. Πρέπει. Με κοιτάζει και περιμένει να γελάσω. Γελάω λοιπόν. Τόσο δυνατά, τόσο ηχηρά. Τόσο ψεύτικα. Η φιγούρα φαίνεται ικανοποιημένη. Συνεχίζω λοιπόν και εγώ να γελώ με τον ίδιο σπασμώδη, υπόκωφο μα και κελαρυστό ήχο. Τι ωραία που ηχεί το ψέμα. 

Προχωράμε, προχωράμε. Προχωράμε και νιώθω να μην περνάει ο χρόνος. Η φιγούρα συνεχίζει να μιλά. Σκέφτομαι πόσο θέλω να της πω να πάψει. Μα σιωπώ. Δεν λέω τίποτα. Χαμογελώ συγκαταβατικά και αντιδρώ κάθε που πρέπει να αντιδράσω. Γελάω συχνά πυκνά για να υπάρχει και η επιθυμητή αντίδραση.

Ξάφνου διακρίνω τον προορισμό μου. Στη θέασή του πόσο αναζωογονούμαι. Πόση ευγνωμοσύνη με πλημμυρίζει. Φιλάω τη φιγούρα, απεγκλωβίζω το χέρι μου και φεύγω χαρίζοντάς της της ένα φωτεινό χαμόγελο να έχει ως τελευταία μου εικόνα. Ως ανάμνηση που θα φυλάξει μέχρι να ξαναειδωθούμε. Ψεύτικη εικόνα.

Το σπίτι μου παγερό, σαν ξένο. Μια άφατη επιθυμία ξεπηδά από μέσα μου. Με σπρώχνει να βάλω ένα CD του Chopin για να καλυφθεί η σιγή. Τα νυχτερινά του κάνουν λιγάκι πιο βιώσιμο το περιβάλλον. Ψηλαφίζω το παντελόνι μου και βγάζω το κινητό μου. Πληκτρολογώ ένα μήνυμα. Μα μόλις που βάζω την τελεία και είμαι έτοιμη να πατήσω το πλήκτρο της αποστολής, μετανιώνω και το σβήνω. Δεν καταλαβαίνω όμως γιατί.

Κόβω βόλτες μέσα στο σπίτι. Αεικίνητη, θλιβερή γεμίζω φευγαλέες  παροδικές σκιές τους τοίχους καθώς προχωρώ από δωμάτιο σε δωμάτιο. Ασυναίσθητα σαν να ψάχνω κάτι, που όμως ξέρω πως δεν πρόκειται να βρω στους τοίχους αυτούς. Κοιτάζω το κινητό μου. Η ίδια άφατη σκέψη επανέρχεται.

Πληκτρολογώ ένα γνώριμο νούμερο.

Καλεί. Πόσο βασανιστικά αυτά τα δευτερόλεπτα. 

“Έλα..” τολμάω να αρθρώσω παρακλητικά, καθώς ακούω μια γνώριμη φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής να απαντά.

Σιωπή.

Δεν πρόλαβα να ακούσω απάντηση. Έκλεισα αμέσως το τηλέφωνο ύστερα από μερικές στιγμές απόλυτης ησυχίας και από τις δύο πλευρές. Η παράκλησή μου αυτή, που όμως  αυτοστιγμεί είχα μετανιώσει, αιωρούταν ακόμη στον αέρα. Μύριζε.. 

Η πρώτη αλήθεια που απερίφραστα χάρισα ζωντάνεψε κάτι. Κάτι μικρό, ξεχασμένο. Όμως αυτά τα σπαράγματα μιας προηγούμενης ζωής, αληθινής πλέον με ενοχλούσαν. Συνηθίζεται το πολυφορεμένο προσωπείο και στο τέλος γίνεται πρόσωπο. Και εκεί που κάποτε ήξερα τις μεγαλύτερες αλήθειες του κόσμου, τώρα πλέον έχω πάψει να μπορώ να διακρίνω που σταματά το φαίνεσθαι και που ξεκινά το είναι.

“Έλα..” ψέλλισα απευθυνόμενη στο κενό. Ήθελα άραγε;

Φοβόμουν τώρα πια. Αυτό ήταν το θέμα. Και φοβόμουν που φοβόμουν.

Εγώ δεν φοβόμουνα ποτέ..

http://www.microstory.gr/#!tromagmenakaivouva/ch1k

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s