Θα σας πω μια ιστορία..

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας παππούς. Ο παππούς ο δικός μου, ο δικός σου. Ένας παππούς σαν όλους τους παππούδες του κόσμου. Κουρασμένος, γερασμένος, αφημένος πια στη μοίρα να προσμένει στο δριμύ κρύο το θάνατο.  Ο χρόνος του είχε φερθεί σκληρά. Τα ζαρωμένα μάτια του το απεικόνιζαν ξεκάθαρα. Και οι ζάρες στο δέρμα του τόνιζαν τις σκοτούρες που είχε περάσει στη ζωή του. Τον είχε πλανέψει η ζωή. Του είχε δοθεί απλόχερα και ξαφνικά, και έτσι ξαφνικά του πήρε τα πάντα πίσω.

Ο παππούς αυτός δεν είχε οικογένεια. Ή μάλλον είχε αλλά το είχε ξεχάσει. Ήταν βλέπεις σαν να μην έχει. Όλοι απόντες. Και οι παρόντες, πάλι απόντες. Οι γονείς του είχαν πεθάνει πολλά χρόνια πριν. Ήταν παππούδες, πιο παππούδες από τον παππού. Γι’αυτό. Πώς θα μπορούσαν να ζουν; Γυναίκα πάλι δεν είχε. Ή μάλλον, είχε πολλές στη ζωή του. Όμως με καμία δεν στέριωσε. Ήταν σαν τους ναυτικούς που ταξιδεύουν από νησί σε νησί, γεύονται για λίγο τις εφήμερες ομορφιές του μέχρι να ξεκουραστούν και σαλπάρουν ξανά για άλλα μέρη. Είχε ζωή ναυτικού λοιπόν. Είχε μια ζωντανή, ενδιαφέρουσα, ζωή των άκρων, μα πάνω από όλα ελεύθερη.  Δεν εξαρτιόταν και δεν εξαρτούσε κανέναν. Πάντα είχε κάτι να κάνει, κάπου να πάει.

Μια μάγισσα πλανεύτρα σε κάποιο από τα ταξίδια του κατάφερε να τον κρατήσει λίγο περισσότερο κοντά της. Τον ξόρκισε τον μάγεψε τον δελέασε με τα δώρα της. Τον έκανε να ξεχάσει το πλοίο του και την ανέμελη ζωή του. Του προσέφερε εκείνη ελευθερία, μέχρι που του τη στέρησε αυτοστιγμεί την ημέρα που του έδειξε το γιο του του είχε βγάλει από τα σπλάχνα της. Ο παππούς έφριξε. Τρόμαξε, πάγωσε μπρος στο θέαμα. Ένιωσε να ξυπνά από το λήθαργο και να καταλαβαίνει πως είχε να επιλέξει. Πρώτη φορά στη ζωή του στα σοβαρά. Ή μια ζωή ελευθερίας, μια ζωή ναυτική, εργένικη ή μια ζωή οικογενειακή. Με υποχρεώσεις, κλάματα, πατρικές ευθύνες. Ανατρίχιασε στη λέξη και την έδιωξε μακριά. Μαζί με τη γυναίκα και το παιδί. Στην κούνια του όμως άφησε ένα γράμμα, πατρικό. Ήταν όπως και να το κάνουμε αίμα από το αίμα του. Νοιαζόταν, όμως όχι αρκετά. Έλεγε λοιπόν στο γιο του πως θα τον έβλεπε μία φορά το μήνα. Για να μην λησμονήσει ο ένας τον άλλο.

Έτσι και γινόταν. Ο παππούς έβλεπε ένα νεογνό να γίνεται παιδί, ένα παιδί έφηβος, έναν έφηβο νέο. Όμως όσο το παιδί, το παιδί του μεγάλωνε και ντυνόταν με νιότη, τόσο ο παππούς ξεγυμνωνόταν. Άρχισε να γερνάει, να χάνει τη ζωηράδα του. Οι γυναίκες που κάποτε τον γυρόφερναν όπως οι μέλισσες τον κηφήνα τώρα γυρνούσαν ανενδοίαστα το βλέμμα τους να κοιτάζουν το γιο του και όχι τον ίδιο. Τι φοβερή πληγή όμως ήταν αυτό για την ψυχή του. Φρικτό μαχαίρι έσκιζε το στήθος του. Γιατί έτσι είναι η ζήλια. Φρικτή και αδίστακτη. Γι’αυτό έδιωξε και το γιο του μακριά. Έβλεπε στα μάτια του τα μάτια τα δικά του και δεν άντεχε να βλέπει τη νιότη που είχε πια χαθεί.

Τώρα έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε. Έχει να δει το γιο του κοντά μια δεκαετία. Και θα με ρωτήσετε τι έχει απογίνει ο παππούς. Μα εδώ θα σιωπήσω. Δεν θα σας πω κάτι που ήδη γνωρίζετε. Πώς να περιγράψω με λέξεις ότι νιώθει ήδη νεκρός, αν και αναπνέει; Πώς να σας κάνω να καταλάβετε πως η μοναξιά του έχει ρουφήξει πλέον κάθε ίχνος ζωής και ο ναυτικός μας έχει μείνει να απεύχεται το ξημέρωμα της επόμενης ημέρας;

Αυτούς τους παππούδες λοιπόν μπορεί να τους αντικρίσετε σκυφτούς να περιδιαβάζουν. Αυτούς τους παππούδες να τους αγκαλιάζετε. Ίσως όλοι εσείς οι ξένοι να είστε το μοναδικό πράγμα που τους έχει απομείνει… Αυτούς τους παππούδες να τους αγαπάτε, γιατί οι ίδιοι δεν μπορούν να αγαπήσουν τον εαυτό τους..

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s